Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (Σ.Κ.Σ.) είναι μια συχνή κατάσταση που προκαλεί αιμωδίες και πόνο στο χέρι. Συναντάται στο 10% του πληθυσμού και πιο συχνά προσβάλλει τις γυναίκες.

Συνήθως παρατηρείται μια βαθμιαία επιδείνωση των ενοχλημάτων ,εάν δεν αντιμετωπισθεί. Η έγκαιρη αντιμετώπιση με ήπια μέσα μπορεί να απαλλάξει τον ασθενή από τις ενοχλήσεις. Εαν αυτές επιμένουν ή επιδεινωθούν συνιστάται η χειρουργική αντιμετώπιση.

 

Ο καρπιαίος σωλήνας είναι ένας στενός χώρος στον καρπό μας με διάμετρο περίπου 2.5 εκατοστών. Μέσα στον καρπιαίο σωλήνα πορεύονται οι καμπτήρες τένοντες των δακτύλων και το μέσο νεύρο. Η οροφή σχηματίζεται από μια ισχυρή ταινία συνδετικού ιστού, τον εγκάρσιο σύνδεσμο, ο οποίος όταν παχύνεται προκαλεί πίεση στο υποκείμενο μέσο νεύρο.

 

Συνέπεια της πίεσης αυτής στο μέσο νεύρο είναι οι αιμωδίες ,κυρίως τη νύχτα και τις πρώτες πρωινές ώρες,  ο πόνος και η μυϊκή αδυναμία, τόσο περιφερικά προς την παλάμη αλλά και κεντρικά προς τον αγκώνα και τον ώμο ,καθώς και αίσθημα ηλεκτρικού ρεύματος στο πάσχον χέρι.

Οι ενοχλήσεις σημειώνονται κατά τη διάρκεια της καθημερινής δραστηριότητας, εντείνονται με απλές δραστηριότητες (οδήγηση, χρήση του τηλεφώνου, διάβασμα εφημερίδας) αλλά συνήθως είναι πιο έντονες τη νύχτα και κατά τις πρώτες πρωινές ώρες που συχνά ξυπνούν τον ασθενή που προσπαθεί να απαλλαγεί από τις ενοχλήσεις αυτές τινάζοντας το χέρι του.

Στην αρχή οι ενοχλήσεις έχουν εξάρσεις και υφέσεις. Με το πέρας του χρόνου μονιμοποιούνται, επιδεινώνονται και οδηγούν στο να νιώθουμε το χέρι μας “ξερό”, να αδυνατούμε να κάνουμε λεπτές χειρωνακτικές εργασίες, ακόμη και να μας πέφτουν αντικείμενα από το χέρι.

Η χειρωνακτική εργασία, η υπέρχρηση της άκρας χειρός, η πολύωρη εργασία και χρήση του πληκτρολογίου του υπολογιστή, η κληρονομικότητα, η παχυσαρκία, οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις του χεριού, ορμονικές μεταβολές (εγκυμοσύνη, εμμηνόπαυση), διάφορα νοσήματα (διαβήτης, ρευματοειδής αρθρίτιδα, νόσοι του θυρεοειδούς) έχουν ενοχοποιηθεί για την παθογένεση του συνδρόμου του καρπιαίου σωλήνα.

Το συνδρόμο καρπιαίου σωλήνα διαγιγνώσκεται από το ιστορικό του ασθενούς, την κλινική εξέταση καθώς και με μια ειδική εξέταση, το ηλεκτρομυογράφημα, που πραγματοποιείται από νευρολόγο.

Η αντιμετώπιση στα αρχικά στάδια του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα είναι συντηρητική με ακινητοποίηση της πηχεοκαρπικής με νάρθηκα, ανάπαυση, φυσικοθεραπεία και χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονοδών φαρμάκων. Όταν η συντηρητική θεραπεία αποτύχει έχει θέση πλέον η χειρουργική αντιμετώπιση.

Η συνήθης χειρουργική πρακτική είναι η διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου με τομή στην παλάμη.

Χειρουργική διάνοιξη εγκαρσίου συνδέσμου (ανοιχτή μέθοδος)

Υπάρχει βέβαια στη φαρέτρα μας και η ενδοσκοπική διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου.Η απαιτητική αυτή τεχνική  γίνεται με την χρήση ειδικής συσκευής αποτελούμενη από μία κάμερα, οπτικές ίνες και ειδικό μαχαιριδίο, που τοποθετούνται κάτω από τον εγκάρσιο σύνδεσμο.


Ενδοσκοπική διάνοιξη εγκαρσίου συνδέσμου

 

Η ενδοσκοπική διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου έχει τα ίδια καλά αποτελέσματα με την παραδοσιακή ανοικτή μέθοδο, αλλά με κάποια πλεονεκτήματα. Η τομή είναι περίπου 1 εκατοστό και επουλώνεται εύκολα, σε σχέση με την πολύ μεγαλύτερη τομή της κλασικής ανοιχτής μεθόδου, η οποία, εκτός του ότι είναι μεγαλύτερη, επουλώνεται δύσκολα και συχνά αφήνει μια δύσμορφη και επώδυνη ουλή. Συνεπώς, μετεγχειρητικά ο ασθενής έχει ήπιο έως καθόλου πόνο, καλύπτει το τραύμα με ένα απλό λευκοπλάστ, δε χρειάζεται ακινητοποίηση με νάρθηκα και χρησιμοποιεί άμεσα το χέρι του για τις καθημερινές του δραστηριότητες. Συνιστάται αποφυγή της πολύ έντονης καταπόνησης για τις πρώτες 15 μέρες.

Η ενδοσκοπική διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου είναι ιδιαίτερα απαιτητική χειρουργική τεχνική. Είναι απαραίτητη η ειδική εκπαίδευση του ορθοπαιδικού χειρουργού που την εκτελεί  και του προσωπικού του χειρουργείου, καθώς απαιτούνται ειδικά εργαλεία και αρθροσκοπικός πύργος.