Ο πρόσθιος χιαστός είναι ένας εκ των τεσσάρων βασικών συνδέσμων του γόνατος (πρόσθιος χιαστός, οπίσθιος χιαστός, έσω πλάγιος και έξω πλάγιος σύνδεσμος). Είναι ένας ενδαρθρικός σύνδεσμος που συνδέει την κνήμη με το μηρό. Αποτελείται από ινίδια κολλαγόνου τύπου Ι (90%) και κολλαγόνου τύπου ΙΙ (10%) , έχει περίπου 3 cm μήκος (εύρος 25-41 mm) και διάμετρο 11mm (εύρος 7-12 mm) και αποτελείται από δύο δέσμες (πρόσθια-έσω και οπίσθια-έξω).

Η κύρια λειτουργία του είναι να εμποδίζει την πρόσθια ολίσθηση και την έξω στροφή της κνήμης σε σχέση με τον μηρό .

Παρά την υψηλή αντοχή και ακαμψία η ρήξη του προσθίου χιαστού συνδέσμου είναι η συχνότερη συνδεσμική κάκωση του γόνατος (40-50% των συνδεσμικών κακώσεων του γόνατος). Συμβαίνει συχνά σε αθλητές υψηλών απαιτήσεων (ποδόσφαιρο, σκι, μπάσκετ) συνεπεία πτώσεως από ύψος , άλματος , απότομης αλλαγής κατεύθυνσης ή άμεσης πλήξης του γόνατος.

Η ρήξη του προσθίου χιαστού εκδηλώνεται με έντονο πόνο εξαιτίας της συλλογής αίματος μέσα στην άρθρωση, ή της παρουσίας πιθανών συνοδών κακώσεων (ρήξη μηνίσκου, έσω- έξω πλαγίου, οστεοχόνδρινες βλάβες). Ο πάσχων περιγράφει συνήθως χαρακτηριστικό ήχο (”κράκ”)  κατά τον τραυματισμό και το αίσθημα ότι του “έφυγε ή του κόλλησε το πόδι”.

 

Αν δεν αντιμετωπισθεί χειρουργικά σε πρώτο χρόνο, και δεν συνυπάρχουν άλλες βλάβες του γόνατος με το πέρας του μετατραυματικού αιμάρθρου (1-3 εβδομάδες) ο ασθενής μπορεί να ανακτήσει φυσιολογικό εύρος κίνησης και ανώδυνη λειτουργικότητα του γόνατος. Κατά κανόνα όμως,  παρά την συντηρητική αντιμετώπιση, ειδικά σε νεότερους ασθενείς με υψηλό επίπεδο δραστηριότητας, οι ασθενείς καταγράφουν την αίσθηση της αστάθειας του γόνατος και ένα αίσθημα ανασφάλειας ότι “δεν τους κρατάει το πόδι, τους φεύγει “. Πέραν αυτού έχει αποδειχθεί πως η ρήξη χιαστού συνδέσμου εάν δεν αντιμετωπισθεί οδηγεί μακροπρόθεσμα σε ρήξεις μηνίσκων, χόνδρινες βλάβες και οστεοαρθρίτιδα του γόνατος.

 

Η διάγνωση της ρήξεως του προσθίου χιαστού συνδέσμου τίθεται με την ορθή λήψη του ιστορικού, την κλινική εξέταση και τον απεικονιστικό έλεγχο (μαγνητική τομογραφία)  και επιβεβαιώνεται διεγχειρητικά.

Απεικόνιση της ρήξης του προσθίου χιαστού στη μαγνητική τομογραφία

Ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος δεν επουλώνεται ποτέ από μόνος του  και δεν αποκαθίσταται η λειτουργία του. Έτσι,  η αντιμετώπιση της ρήξης του είναι χειρουργική. Μόνο σε ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας που δεν έχουν το αίσθημα της αστάθειας ούτε άλλες συνυπάρχουσες  βλάβες, ή που προτίθενται να διακόψουν τις έντονες δραστηριότητες, συνιστάται συντηρητική θεραπεία (μυϊκή ενδυνάμωση κεντρικά και περιφερικά του γόνατος).

Σκοπός της χειρουργικής θεραπείας είναι να ανακατασκευασθεί ο πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος, να ανακτηθεί η σταθερότητα και η λειτουργικότητα του γόνατος και τελικά να μπορέσει ο ασθενής να ανακτήσει πλήρη δραστηριότητα στο επιθυμητό επίπεδο.

Επιπλέον η πλαστική του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου προστατεύει το γόνατο και περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο κάκωσης των μηνίσκων, των αρθρικών επιφανειών και την εξέλιξη προς την οστεοαρθρίτιδα.

Η χειρουργική αποκατάσταση του προσθίου χιαστού συνδέσμου γίνεται πλέον αρθροσκοπικά. Υποκαθιστούμε τον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο με μόσχευμα από τον ίδιο τον ασθενή. Συνήθεις επιλογές μοσχεύματος είναι οι οπίσθιοι μηριαίοι, ο επιγονατιδικός τένοντας και ο τετρακέφαλος. Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, η ανακατασκευή γίνεται ανατομικά (όσο πιο κοντά δηλαδή στην φυσιολογική ανατομική θέση) είτε με μονή δέσμη (single bundle), είτε με διπλή δέσμη (double bundle) .

 

Ανακατασκευασμένο μόσχευμα πρόσθιου χιαστού-εικόνα κατά την αρθροσκόπηση

 

Με την χρήση ειδικού τεχνολογικού εξοπλισμού και ειδικών χειρουργικών εργαλείων και στα χέρια έμπειρου και κατάλληλα εκπαιδευμένου ορθοπαιδικού χειρουργού, η πλαστική του προσθίου χιαστού συνδέσμου γίνεται μέσα από δύο τομές 5 mm επί τα εντός και επί τα εκτός του κάτω πόλου της επιγονατίδας και μια τομή 1,5 cm λίγο κάτω από το γόνατο για την λήψη του μοσχεύματος. Στην περίπτωση της μερικής ρήξεως του προσθίου χιαστού συνδέσμου (ρήξη μιας εκ των δύο δεσμών) προτείνεται η διατήρηση της μιας δέσμης και η ανακατασκευή της άλλης. Φυσικά, κατά την διάρκεια της επέμβασης εκτιμώνται και αντιμετωπίζονται και πιθανές συνοδές βλάβες του γόνατος (οστεοχόνδρινες βλάβες, ρήξεις μηνίσκων κτλ.).Ο ασθενής παραμένει στο νοσοκομείο το πολύ ένα 24ωρο, περπατάει την ίδια ημέρα και επιστρέφει άμεσα στις καθημερινές του δραστηριότητες. Μετά και από την κατάλληλη αποκατάσταση επανέρχεται πλήρως σε υψηλού βαθμού έντασης και απαιτήσεων αθλητικές δραστηριότητες σε 6-8 μήνες περίπου.